Black Orpheus ★★★★★

στο πρώτο μισό έχεις το πάρτι, γιατί συνήθως έτσι πάει.

έχεις τους χορούς, και τα διασκεδαστικά ανώριμα riffs, και τις κόρνες και τα μπλιμπλίκια και κόσμο να χορεύει (αν δεν το βλέπεις, μπορείς εξίσου να το φανταστείς). είναι οι arcade fire στο καρναβάλι του james murphy, και σε αυτό το καρναβάλι χορεύουμε bowie και new order και qotsa και δε γαμιέται κιόλας, κέφι γίνεται, μεθυσμένοι είμαστε, χορεύουμε και u2 άμα κάτσει.

ελάχιστα πράγματα με πιάνουν όπως το μελαγχολικό κέφι. αυτό αγάπησα εδώ. τα λόγια μπορεί να είναι βαρύγδουπα και οι ιδέες φιλόδοξες (και στενάχωρες κιόλας), όμως αυτό που εν τέλει ακούς και νιώθεις είναι χαλαρό, τσουλάει γλυκά, δεν μοιάζει βεβιασμένο, δε σου ασκεί πίεση. ωστόσο αν ακούσεις με τι κουνάμε γοφούς θα θες να αρχίσεις να πίνεις. κάθε ένα από τα 7 τραγούδια και ένα διαφορετικό κεφάλαιο εγχειριδίου απομόνωσης με σάουντρακ μια τρελή ακολουθία μουσικών επιρροών που θα μπορούσαν μεταξύ τους να δέσουν μόνο ως μεθυσμένο ντιτζεϊλίκι σε κάποιο πάρτι της παρέας σου. η ερώτηση που τα διατρέχει: πώς βλέπουμε διαφορετικά πράγματα όταν κοιταζόμαστε στα μάτια αποτυγχάνοντας να βρεθούμε στην ίδια σελίδα με τον άλλον, μέσα από ένα περίπου index για κάθε παρελθοντικό προβληματισμό από τα 3 προηγούμενα άλμπουμ της μπάντας.

δεν είναι οι πιο πρωτότυπες ιδέες του κόσμου προφανώς, αλλά όλες μαζί σχηματίζουν κάτι.

στο reflektor είναι που μαζί μιλάμε και χώρια καταλαβαινόμαστε επειδή στη φασαρία της επικοινωνίας δεν βλέπουμε τους άλλους, αλλά εμάς τους ίδιους (όπως θέλουμε, υποθέτω). στο we exist ένας γκέι πιτσιρικάς αγωνιά να κάνει τους άλλους να τον δεχτούν γι’αυτό που είναι. το flashbulb eyes μιλάει ξερά για τον τρόμο του να κοιτάζεις και να κρατάς το βλέμμα του άλλου για πάντα μέσα σου. στο here comes the night time εμείς προσπαθούμε να το ζήσουμε ενώ οι απάνθρωποι ‘Εκείνοι’ κοιτάζουν αφ’υψηλού (if there's no music up in heaven, then what's it for?, στίχος του άλμπουμ most likely να κοσμήσει άπειρα twitter bio). στο normal person ένας ασυνήθιστος τύπος δεν είναι αυτό που όλοι οι άλλοι θέλουν να βλέπουν σε -και από- αυτόν. στο you already know είναι που αποτυγχάνεις να δεις ότι κάτι δεν είναι (πια) αυτό που θες να είναι. στο joan of arc ως επικό φινάλε υπάρχει ένας πόλεμος αντιλήψεων, το απόλυτο ‘εγώ την πίστευα όταν εσύ έκραζες’ παράπονο.

οι ρυθμοί ανάμεσα στα δύο μέρη αλλάζουν δραστικά και η γέφυρά ανάμεσά τους είναι ένα hidden track που ακούγεται όπως ακριβώς θα ενορχήστρωνες ένα στάδιο μετάβασης. πολλά back and forths, μια μουσική σύγχυση χωρίς κατεύθυνση, σαν κάποιος να λιώνει μες στο συγχυσμένο κεφάλι του ό,τι ετερόκλητο είδε και ένιωσε στο ξέφρενο πάρτι και να πέφτει για ύπνο χωρίς να τα βάλει σε σειρά. τι όνειρο θα έβλεπε; ίσως να έμοιαζε με την ιστορία του δεύτερου cd. με το δεύτερο cd, έχω πάθει πλάκα.

σε αυτή την αέναη night time το focus αλλάζει τελείως, σαν διαφορετική εκδοχή των ίδιων ιδεών αλλά σε άλλο genre. τώρα είναι όλα cool και συναισθηματικά και μελαγχολικά, και όλο αυτό το β’ μισό αποτελείται από τις πρώτου προσώπου αγωνίες ενός (ή πολλών. ή ενός.) ζευγαριού που προσπαθεί να το κάνει να λειτουργήσει. εκείνος μιλάει σε εκείνη, παραδέχεται λάθη και της ζητάει να του ανοίξει στα αλήθεια τον εαυτό της. εκείνη μιλάει σε εκείνον, του ζητάει να την επιστευθεί. όλα τα κομμάτια γίνονται μια σκηνή, ένας διάλογος, μια αγωνία.

και καταλήγουν στο afterlife, για το οποίο η απόδοση να βάλω τα κλάμματα όταν το δω live είναι στο 1.05 και σύντομα το στοίχημα θα κλειδώσει. ένα ονειρικό purgatory σχέσεων, με τους δύο ήρωες να αναρωτιούνται αν ακόμα και τώρα, από μακριά, είναι δυνατόν να δουν ο ένας καθαρά τον άλλον ή αν έχουν χαθεί για πάντα. (αυτό το κομμάτι είναι και το πιο κοντινό στην arcadefire-ική φλέβα που αγαπώ πιο πολύ, σε αυτή την ακροβασία επικού/υπερβατικού με καρδιά που εκπροσωπείται από tracks όπως τα tunnels ή ocean of noise.) το υπέροχο υστερόγραφο supersymmetry, σαν σκηνή που παίζει στη διάρκεια των τίτλων τέλους μιας ταινίας που σε έχει καθηλώσει με την ομορφιά της, βάζει το απαραίτητο ερωτηματικό. τους βλέπει σαν σωματίδια στο σύμπαν που κινούνται σα να ήταν ένα, φωνές που φτάνουν από τον έναν στον άλλο σαν ηχώ, σαν συναίσθηματα και ιδέες.

στα τυφλά.

το πρώτο μέρος είναι μια συλλογή διηγημάτων: καθημερινές, συνηθισμένες ιστορίες ανθρώπων που αποτυγχάνουν να κοιταχτούν κατάματα και να έρθουν σε επαφή.

το δεύτερο μέρος είναι η αιθέρια μπαλάντα ενός έρωτα σε αποσύνθεση: η ιστορία του ορφέα που κοίταξε στα μάτια την ευριδίκη και την έχασε. (και μετά έμεινε μαζί της για πάντα.)


δεν ξέρω πώς τους ήρθε και δεν είμαι σίγουρος τι σημαίνει, αλλά μου αρκεί πως στο απόγειό τους οι arcade fire ακούγονται σα να μην έχουν κανένα άγχος στον κόσμο, το πιο μεγαπήβολο άλμπουμ τους τελικά το πιο χαλαρό τους.

και το πιο όμορφο επίσης.

Report this review